Μια Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα…

Κυριακή στο σπίτι. Μεγάλη λέξη η Κυριακή. Όταν την ακούς ή τη διαβάζεις έρχεται στο μυαλό σου η ζεστασιά, η χαλάρωση, χρόνος για τον εαυτό σου και πάνω απ’ όλα ύπνος, πολύς ύπνος, ποιοτικός και χωρίς προγραμματισμένα ξυπνητήρια ύπνος. Είναι δυνατόν να μη λατρέψεις αυτή τη μέρα?

Η ώρα έχει πάει σχεδόν μια και εγώ ακόμα τεντώνομαι κάτω από το γεμάτο καραμελάκια και ταρανδάκια χριστουγεννιάτικο πάπλωμά μου. Υποκύπτω σε όλα τα κιτς κλισέ των εορτών και δεν ντρέπομαι καθόλου, τιμή μου και καμάρι μου. Δηλαδή θες να μου πεις ότι δε σε δελεάζουν οι τέλειες ζεστές και χνουδωτές κάλτσες με τους άγιους Βασίληδες επάνω… οι δικές μου χνουδωτές κάλτσες πάντως με τους πιγκουίνους την προηγούμενη Κυριακή απολάμβαναν το χιόνι και το τσάι του Μονάχου, άλλα σου υπόσχομαι ότι θα στα πω όλα αναλυτικά την επόμενη εβδομάδα.

 

 

 

Έχοντας λοιπόν σχεδόν παραλύσει στο κρεβάτι σκέφτομαι ‘’ ας δω μωρέ τι γίνεται στον κόσμο’’, λίγο το αίσθημα της ενημέρωσης, λίγο αυτό του κουτσομπολιού, καταλαβαίνεις. Αλλά το μόνο που έβλεπα σε όποιο κανάλι και αν γυρνούσα ήταν βία, αγριότητα, επεισόδια, αυτοκτονίες και τον Αμερικανό πρόεδρο που καμάρωνε για το στολισμό του Λευκού Οίκου, λέγοντας καλά Χριστούγεννα. Ειρωνεία εεε?? Ποτέ δε μπόρεσα αλήθεια να κατανοήσω την τάση του έμβιων όντων στη βία πέρα της άμυνας, ειδικά την τάση του ανθρώπου σε ακραία εγκληματικές πράξεις, πόσα κείμενα, πόσες κινητοποιήσεις, πόσος πόνος, άπειροι επιστήμονες που μιλούν για καθημερινές συμπεριφορές οι οποίες καλλιεργούν τέτοιου είδους ενέργειες, από την μια πλευρά ζωές που πέφτουν στο κενό από τη μια στιγμή στην άλλη και απέναντι τους κομψές αλλά ψυχρές φιγούρες που τους συλλυπούνται συνεχίζοντας τη ζωή τους. Και κάποιος που ζητά συγχώρεση, από τι δε ξέρω, ούτε με ποιον τρόπο, ούτε τελικά τι είναι αυτή η συγχώρεση που ζητά ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να είσαι προσεκτικός με το δίπλα, τον απέναντι, εσένα.

Χτυπάει το τηλέφωνο, κλείνω βιαστικά την τηλεόραση, και λέω κάτι, κάπως στα χαμένα.

  • Ναι, ναι έρχομαι, σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Μετά από περίπου σαράντα λεπτά και κάτι (αναμενόμενο πια), βλέπω τα πρόσωπα των κοριτσιών που μου έλειψαν τόσο πολύ. Τα χαμόγελα τους ταιριάζουν τέλεια με τη στολισμένη πόλη. Πόσο όμορφο συναίσθημα είναι αυτό που σου δημιουργούν οι δικοί σου άνθρωποι. Ως άλλος Άγιος Βασίλης λοιπόν τρέχω προς το μέρος τους φορτωμένη με τα δώρα που τους έφερα από το Μόναχο, τις αγκαλιάζω και αρχίζω ευθύς αμέσως να τους εξιστορώ τα ταξίδια του Γκιούλιβερ στη  μακρινή και κρύα Γερμανία. Καθώς μιλάω αρχίζω και συνειδητοποιώ πόσα πράγματα κάνουμε εμείς οι άνθρωποι που δεν διανοούμαστε με τη σκέψη μας και όμως τα καταφέρνουμε. Για εμένα ας πούμε το πιο τρομακτικό που έκανα και σε αυτό το ταξίδι ήταν το να μπω στο αεροπλάνο, ξανά, δε θα ήθελες αλήθεια ούτε στιγμή να νιώσεις τον τρόμο που έχω καθ’ όλη τη διάρκεια και όμως το έκανα, πάλι. Να ένας λόγος να πει κάποιος ένα μπράβο στον εαυτό του, μικρό για τους πολλούς αλλά σπουδαίο για εσένα.

Τα κορίτσια γελούν, εγώ συνεχίζω να μιλάω (ως συνήθως), οι μυρωδιές είναι οικείες, τα χρώματα πολλά και τα λαμπιόνια ακόμα περισσότερα, τα Χριστούγεννα έφτασαν.

 Μια ολόκληρη πόλη σε περιμένει να την ανακαλύψεις στη συνέχεια και εσύ δε ξεχνάς ποτέ να χαμογελάς!Β.Β

To be continued…

 

 

Γράφει η Βένια Βλώτσου

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *